αντροφέρνω


αντροφέρνω
αντροφέρνω βλ. πίν. 226 (μόνο στον ενεστ. και παρατατ.)

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αντροφέρνω — (για γυναίκα) έχω συμπεριφορά που θυμίζει άντρα …   Dictionary of Greek